Η στερεοτακτική ενδοκοιλιακή έγχυση φαρμάκου στον εγκέφαλο είναι μια εξειδικευμένη νευροχειρουργική τεχνική που επιτρέπει την ακριβή χορήγηση φαρμάκων απευθείας στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ), μέσα στις κοιλίες του εγκεφάλου. Αυτό είναι απαραίτητο όταν το φάρμακο πρέπει να παρακάμψει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό για να δράσει αποτελεσματικά στον κεντρικό νευρικό σύστημα.
Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ορισμένων όγκων του εγκεφάλου και για τη χορήγηση αναλγητικών σε χρόνιο πόνο. Οι παράγοντες που εγχύονται είναι φάρμακα χημειοθεραπευτικά, αναλγητικά, ουσίες που χρησιμοποιούνται στις νευροεκφυλιστικές παθήσεις, καθώς και βλαστοκύτταρα.
Η ενδοκοιλιακή έγχυση γίνεται στερεοτακτικά είτε με τη χρήση στερεοτακτικού πλαισίου στο κεφάλι, είτε με τη χρήση πλοηγού και ιδιαίτερα με τη χρήση ρομποτικού συστήματος στόχευσης. Οι δύο αυτές μέθοδοι, πραγματοποιούνται συνήθως με τοπική και σπάνια γενική αναισθησία και επιτρέπουν στον Νευροχειρουργό να καθορίσει μια τρισδιάστατη πορεία προς τον στόχο, με ακρίβεια χιλιοστού.
Η επέμβαση γίνεται με μια τομή στο δέρμα της κεφαλής και μια μικρή οπή που ανοίγεται με κρανιοανάρτηση από όπου εισέρχεται ένας λεπτός καθετήρας καθοδηγούμενος μέσα στον εγκεφαλικό ιστό για να φτάσει στη θέση –στόχο που πρέπει να πάρει μέσα στο κοιλιακό σύστημα του εγκεφάλου. Το άλλο τμήμα του καθετήρα συνδέεται με ένα ρεζερβουάρ, είτε «τυφλό», όπως είναι το ρεζερβουάρ ommaya είτε ένα ρεζερβουάρ που μπορεί να συνδεθεί με εξωτερική αντλία έγχυσης.
Αφού επιβεβαιωθεί η σωστή ροή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού μέσω του καθετήρα, η τομή στο δέρμα κλείνεται. Σε δεύτερο χρόνο, με παρακέντηση μέσω του δέρματος με μια λεπτή βελόνα, ο παράγοντας που επιθυμούμε, εγχύεται αργά μέσω του καθετήρα και περνά στις κοιλίες και διαχέεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ).
Με την τεχνική αυτή, πέρα από τη χρήση των παραγόντων για θεραπευτικούς σκοπούς, αποτελεί και ένα μέσο παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας των θεραπειών, ιδιαίτερα σε μεταστάσεις ή άλλους όγκους του νευρικού συστήματος, καθώς επιτρέπει τη συχνή αφαίρεση εγκεφαλονωτιαίου υγρού τόσο για τη μείωση της ενδοκοιλιακής πίεσης όσο και για την εξέτασή του στο βιοπαθολογικό εργαστήριο. Αυτό αποτελεί σημαντικό αρωγό στον Ογκολόγο για την τροποποίηση ή συνέχιση μιας ενδοραχιαίας θεραπείας.